Περί...

Loading...
Προφήτης Μωυσής
Βιογραφία
Κοινοποίηση
Εν ιδρώτι του προσώπου σου φαγή τον άρτον σου. [Με τον ιδρώτα του προσώπου σου, θα τρως τον άρτον σου.] (Γένεσις 3,19)
Επερώτησον τον πατέρα σου, και αναγγελεί σοι, τους πρεσβυτέρους σου, και ερούσι σοι. [Ρώτησε τον πατέρα σου και θα σου αναγγείλει ποιός είναι ο Θεός σου, ρώτησε τους γεροντοτέρους σου και αυτοί θα σου πουν.] (Δευτερονόμιο 32,7)
Ελεγμώ ελέγξεις τον πλησίον σου και ου λήψη δι' αυτόν αμαρτίαν. [Θα ελέγξεις τον πλησίον σου, εάν σου προτείνει κάτι κακό και δεν θα θελήσεις ποτέ να αναλάβεις ενοχή αμαρτίας προς χάριν αυτού.] (Λευιτικόν 19,17)
Ουκ επιθυμήσεις την γυναίκα του πλησίον σου . Ουκ επιθυμήσεις την οικίαν του πλησίον σου ούτε τον αγρόν αυτού ούτε τον παίδα αυτού ούτε την παιδίσκην αυτού ούτε του βοός αυτού ούτε του υποζυγίου αυτού ούτε παντός κτήνους αυτού ούτε όσα τω πλησίον σου εστί . [Δεν θα επιθυμήσεις την γυναίκα του πλησίον σου. Δεν θα επιθυμήσεις το σπίτι του πλησίον σου, ούτε τον αγρόν του, ούτε τον δούλον του, ούτε την δούλην του, ούτε το βόδι του, ούτε το υποζύγιόν του, ούτε κανένα άλλο από τα ζώα του και γενικώς τίποτε, από όσα ανήκουν στον πλησίον σου.] (Έξοδος 20,17)
Οι Δέκα Εντολές είναι οι εξής:

  1. Εγώ είμι Κύριος ο Θεός σου, ουκ έσονται σοι θεοί έτεροι πλην εμού. (Εγώ είμαι Κύριος ο Θεός σου. Δεν θα υπάρχουν για σένα άλλοι θεοί πλην Εμού.)
  2. Ου ποιήσεις σεαυτώ είδωλον, ουδέ παντός ομοίωμα, όσα εν τω ουρανώ άνω και όσα εν τη γη κάτω και όσα εν τοις ύδασιν αποκάτω της γης. (Δεν θα κατασκευάσεις ποτέ για τον εαυτόν σου είδωλο, ούτε εικόνα από όσα υπάρχουν στον ουρανόν άνω, όσα εις την γη κάτω και όσα στα ύδατα κάτω από την γη.)
  3. Ου λήψει το όνομα του Κυρίου του Θεού σου επί ματαίω. (Δεν θα πάρεις στο στόμα σου το όνομα του Κυρίου ματαίως και χωρίς λόγο.)
  4. Εξ ημέρας έργα και ποιήσεις πάντα τα έργα σου. Τη δε ημέρα τη εβδόμη σάββατα Κυρίω τω Θεώ σου. (Έξι ημέρες πρέπει να εργάζεσαι και να κάνεις όλα τα έργα σου· την έβδομη ημέρα, ημέραν αναπαύσεως, θα την αφιερώνεις στον Κύριο τον Θεόν σου.)
  5. Τίμα τον πατέρα σου και την μητέρα σου, ίνα ευ σοι γένηται και ίνα μακροχρόνιος γένη επί της γης. (Τίμα τον πατέρα σου και την μητέρα σου, για να ευημερήσεις και γίνεις μακροχρόνιος στην πλούσια και εύφορη χώρα.)
  6. Ου μοιχεύσεις. (Δεν θα μοιχεύσεις.)
  7. Ου κλέψεις. (Δεν θα κλέψεις.)
  8. Ου φονεύσεις. (Δεν θα φονεύσεις.)
  9. Ου ψευδομαρτυρήσεις κατά του πλησίον σου μαρτυρίαν ψευδή. (Δεν θα καταθέσεις ποτέ μαρτυρία ψευδή εναντίον του πλησίον σου.)
  10. Ουκ επιθυμήσεις πάντα όσα τω πλησίον σου έστι. (Δεν θα επιθυμήσεις όσα ανήκουν στον πλησίον σου.)

Έξοδος 20,2-17
Επικατάρατος πας άνθρωπος ος ουκ εμμενεί εν πάσι τοις λόγοις του νόμου τούτου ποιήσαι αυτούς.[Επικατάρατος κάθε άνθρωπος, που δεν μένει σταθερός σε όλες τις εντολές του Νόμου τούτου και δεν επιμένει να τηρεί αυτές.] (Δευτερονόμιο 27,26)
Ου κακολογήσεις και άρχοντα του λαού σου ου κακώς ερείς . [Να μην κακολογείς τους ανωτέρους σου, ούτε να κατακρίνεις τον άρχοντα του λαού σου.] (Έξοδος 22,28)
Ελεγμώ ελέγξεις τον πλησίον σου και ου λήψη δι ' αυτόν αμαρτίαν . [Θα ελέγξεις τον πλησίον σου, εάν σου προτείνει κάτι κακό και δεν θα θελήσεις ποτέ να αναλάβεις ενοχή αμαρτίας προς χάριν αυτού.] (Λευιτικόν 19,17)
Ουκ έσται σκεύη ανδρός επί γυναικί , ουδέ μη ενδύσηται ανήρ στολήν γυναικείαν , ότι βδέλυγμα Κυρίω τω Θεώ σου έστι πας ποιών ταύτα .[Δεν επιτρέπεται εις γυναίκα να φοράει ανδρικά ενδύματα, ούτε στον άνδρα να φοράει γυναικεία ενδύματα, διότι καθένας που κάνει αυτά, είναι αποκρουστικός και αηδιαστικός ενώπιον Κυρίου του Θεού σου.] (Δευτερονόμιον 22,5)
Οὐκ ἀδικήσεις τὸν πλησίον καὶ οὐχ ἁρπάσεις καὶ οὐ μὴ κοιμηθήσεται ὁ μισθὸς τοῦ μισθωτοῦ σου παρὰ σοὶ ἕως πρωΐ. (Δεν θα αδικήσεις τον πλησίον σου, δεν θα αρπάσης ο,τι του ανήκει. Το ημερομίσθιον του εργάτου σου δεν θα μείνει μαζί σου έως το πρωί. Θα πληρώσεις αυτόν το ίδιο βράδυ.)

Λευϊτικόν 19,13
Ο ἐκχέων αἷμα ἀνθρώπου, ἀντὶ τοῦ αἵματος αὐτοῦ ἐκχυθήσεται, ὅτι ἐν εἰκόνι Θεοῦ ἐποίησα τὸν ἄνθρωπον. (Εκείνος δηλαδή ο οποίος χύνει αίμα ανθρώπου, εις τιμωρίαν του δια το εκχυθέν υπ' αυτού αίμα, θα φονευθεί και θα χυθεί έτσι και το ιδικόν του αίμα, διότι εγώ ο Θεός εδημιούργησα κατ' εικόνα ιδικήν μου τον άνθρωπον και κανείς δεν έχει το δικαίωμα να του αφαιρέσει την ζωήν.)

Γένεσις 9,6
Μνήσθητε ἡμέρας αἰῶνος, σύνετε ἔτη γενεᾶς γενεῶν· ἐπερώτησον τὸν πατέρα σου, καὶ ἀναγγελεῖ σοι, τοὺς πρεσβυτέρους σου, καὶ ἐροῦσί σοι. (Ενθυμηθείτε τους περασμένους αιώνας, αναλογισθείτε τα έτη των περασμένων γενεών. Ρώτησε τον πατέρα σου και θα σου αναγγείλει ποίος είναι ο Θεός σου, ρώτησε τους γεροντότερους σου και αυτοί θα σου είπουν.)

Δευτερονόμιο 32,7
Καὶ ὃς ἂν δῷ κοιτασίαν αὐτοῦ ἐν τετράποδι, θανάτῳ θανατούσθω, καὶ τὸ τετράπουν ἀποκτενεῖτε. (Εκείνος ο οποίος θα διαπράξει κτηνοβασίαν, θα τιμωρηθεί με θάνατον, το δε τετράποδον πρέπει να το φονεύσετε.)

Λευιτικόν 20,15
Καὶ μετά ἄρσενος οὐ κοιμηθήσῃ κοίτην γυναικείαν, βδέλυγμα γάρ ἐστι. (Δεν θα κοιμηθείς με άρρενα, όπως κοιμάσαι με γυναίκα, διότι η πράξις αυτή είναι μυσαρά.)

Λευιτικόν 18,22
Ος τύπτει πατέρα αὐτοῦ ἢ μητέρα αὐτοῦ, θανάτῳ θανατούσθω. Ο κακολογῶν πατέρα αὐτοῦ ἢ μητέρα αὐτοῦ τελευτήσει θανάτῳ. (Εκείνος που κτυπά τον πατέρα του η την μητέρα του, να τιμωρείται με θάνατον. Εκείνος επίσης που υβρίζει τον πατέρα του η την μητέρα του, να τιμωρείται με θάνατον.)

Έξοδος 21,15-16
Καὶ ἤρξατο Νῶε ἄνθρωπος γεωργὸς γῆς καὶ ἐφύτευσεν ἀμπελῶνα. καὶ ἔπιεν ἐκ τοῦ οἴνου καὶ ἐμεθύσθη καὶ ἐγυμνώθη ἐν τῷ οἴκῳ αὐτοῦ. (Ο Νώε έγινε γεωργός, ήρχισε να καλλιεργεί την γην, και εφύτευσε μεταξύ των άλλων, και αμπελώνα. Ήπιε δε από τον οίνον και εμέθυσε. Μεθυσμένος δε καθώς ήτο, εγυμνώθη εντός της οικίας του, χωρίς να το αντιληφθεί. )

Γένεσις 9,20-21
Ἐὰν δέ τις κλέψῃ μόσχον ἢ πρόβατον καὶ σφάξῃ ἢ ἀποδῶται, πέντε μόσχους ἀποτίσει ἀντὶ τοῦ μόσχου καὶ τέσσαρα πρόβατα ἀντὶ τοῦ προβάτου. (Εάν κανείς κλέψει μοσχάρι η πρόβατον και το σφάξει, δια να το φάγει η το πωλήσει, θα πληρώσει πέντε μόσχους αντί του ενός και τέσσερα πρόβατα αντί του ενός προβάτου.)

Έξοδος 22,1
Εὰν δὲ ἐν τῷ διορύγματι εὑρεθῇ ὁ κλέπτης καὶ πληγεὶς ἀποθάνῃ, οὐκ ἔστιν αὐτῷ φόνος· ἐὰν δὲ ἀνατείλῃ ὁ ἥλιος ἐπ᾿ αὐτῷ, ἔνοχός ἐστιν, ἀνταποθανεῖται. ἐὰν δὲ μὴ ὑπάρχῃ αὐτῷ, πραθήτω ἀντὶ τοῦ κλέμματος. (Εάν δε ο κλέπτης γίνει αντιληπτός την ώραν, που επιχειρεί την διάρρηξιν και κτυπηθείς αποθάνει, δεν θα καταλογισθεί ενοχή φόνου στον φονέα. Εάν όμως φονεύσει κανείς τον νυκτερινόν κλέπτην μετά την ανατολήν του ηλίου, ο φονεύς είναι ένοχος και θα καταδικασθεί εις θάνατον. Εάν ο κλέπτης δεν έχει να πληρώσει την επιβληθείσαν ποινήν, να πωληθεί ως δούλος, δια να πληρώσει το κλοπιμαίον.)

Έξοδος 22,2-3
θεοὺς οὐ κακολογήσεις καὶ ἄρχοντα τοῦ λαοῦ σου οὐ κακῶς ἐρεῖς. (Να μην κακολογείς τους δικαστάς και γενικώς τους ανωτέρους σου, ούτε να κατακρίνεις τον άρχοντα του λαού σου.)

Έξοδος 22,28
Η γὰρ ψυχὴ πάσης σαρκὸς αἷμα αὐτοῦ ἐστι, καὶ ἐγὼ δέδωκα αὐτὸ ὑμῖν ἐπὶ τοῦ θυσιαστηρίου ἐξιλάσκεσθαι περὶ τῶν ψυχῶν ὑμῶν· τὸ γὰρ αἷμα αὐτοῦ ἀντὶ ψυχῆς ἐξιλάσεται. (Και τούτο, διότι η ζωή κάθε ζωντανού όντος υπάρχει στο αίμα αυτού. Εγώ δέ, ως χορηγός της ζωής, σας έχω νομοθετήσει ως καθήκον να χύνεται τούτο στο θυσιαστήριον, δια να εξιλεώνονται αι αμαρτίαι των ψυχών σας. Δια του αίματος της θυσίας του ζώου εξιλεώνεται ο άνθρωπος δια τας αμαρτίας του.)

Λευιτικόν 17,11
Οὐ παραδέξῃ ἀκοὴν ματαίαν. οὐ συγκαταθήσῃ μετὰ τοῦ ἀδίκου γενέσθαι μάρτυς ἄδικος. (Εάν είσαι δικαστής, δεν πρέπει να παραδεχθείς ποτέ επιπολαίαν και αναπόδεικτον κατηγορίαν. Εάν κληθείς ως μάρτυς, ποτέ δεν πρέπει να έλθεις εις συμφωνίαν με τον αδικήσαντα, ώστε να γίνεις ψευδομάρτυς.)

Έξοδος 23,1
Οὐ διαστρέψεις κρίμα πένητος ἐν κρίσει αὐτοῦ. ἀπὸ παντὸς ῥήματος ἀδίκου ἀποστήσῃ· ἀθῷον καὶ δίκαιον οὐκ ἀποκτενεῖς καὶ οὐ δικαιώσεις τὸν ἀσεβῆ ἕνεκεν δώρων. καὶ δῶρα οὐ λήψῃ· τὰ γὰρ δῶρα ἐκτυφλοῖ ὀφθαλμοὺς βλεπόντων καὶ λυμαίνεται ῥήματα δίκαια. (Δεν θα διαστρέψεις και δεν θα καταπατήσεις το δίκαιον του πτωχού κατά την δίκην. Φύγε μακράν από κάθε αδικίαν. Δεν θα καταδικάσεις εις θάνατον αθώον και δίκαιον. Δεν θα δικαιώσεις τον ασεβή δελεαζόμενος από τα δώρα του. Ως δικαστής δεν θα λάβεις ποτέ δώρα, διότι τα δώρα τυφλώνουν τους οφθαλμούς και αυτών ακόμη των συνετών ανθρώπων και γίνονται αφορμή καταδολιεύσεως της δικαιοσύνης.)

Έξοδος 23,6-8
Εὰν δὲ ἀργύριον ἐκδανείσῃς τῷ ἀδελφῷ τῷ πενιχρῷ παρὰ σοί, οὐκ ἔσῃ αὐτὸν κατεπείγων, οὐκ ἐπιθήσεις αὐτῷ τόκον. (Εάν δανείσεις χρήματα στον πτωχόν αδελφόν σου, δεν θα καταπιέσεις αυτόν να σου επιστρέψει το δάνειον, ούτε θα του επιβάλεις τόκον.)

Έξοδος 22,25
Καὶ τῇ γυναικὶ εἶπε· πληθύνων πληθυνῶ τὰς λύπας σου καὶ τὸν στεναγμόν σου· ἐν λύπαις τέξῃ τέκνα, καὶ πρὸς τὸν ἄνδρα σου ἡ ἀποστροφή σου, καὶ αὐτός σου κυριεύσει. (Προς δε την γυναίκα είπε· “θα πολλαπλασιάσω εις πλήθος πολύ τας λύπας σου, τας θλίψεις και τους στεναγμούς σου. Με πόνους θα γεννάς τα τέκνα σου, θα εξαρτάσαι δε πάντοτε από τον άνδρα σου και αυτός θα είναι κύριός σου”.)

Γένεσις 3,16
Τίμα τὸν πατέρα σου καὶ τὴν μητέρα σου, ἵνα εὖ σοι γένηται, καὶ ἵνα μακροχρόνιος γένῃ ἐπὶ τῆς γῆς τῆς ἀγαθῆς, ἧς Κύριος ὁ Θεός σου δίδωσί σοι. (Τίμα τον πατέρα σου και την μητέρα σου, δια να ευημερήσεις και γίνεις μακροχρόνιος εις την πλουσίαν και εύφορον χώραν, την οποίαν θα σου δώσει ο Κύριος.)

Έξοδος 20,12
Επικατάρατος ὁ ἀτιμάζων πατέρα αὐτοῦ ἢ μητέρα αὐτοῦ· καὶ ἐροῦσι πᾶς ὁ λαός· γένοιτο. (Επικατάρατος εκείνος, που δεν τιμά αλλά καταφρονεί τον πατέρα του η την μητέρα του. Και όλοι οι Ισραηλίται θα είπουν· Γένοιτο!)

Δευτερονόμιο 27,16
Έξάγαγε τὸν καταρασάμενον ἔξω τῆς παρεμβολῆς, καὶ ἐπιθήσουσι πάντες οἱ ἀκούσαντες τὰς χεῖρας αὐτῶν ἐπὶ τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ καὶ λιθοβολήσουσιν αὐτὸν πᾶσα ἡ συναγωγή. καὶ τοῖς υἱοῖς Ἰσραὴλ λάλησον καὶ ἐρεῖς πρὸς αὐτούς· ἄνθρωπος ὃς ἐὰν καταράσηται Θεόν, ἁμαρτίαν λήψεται· ὀνομάζων δὲ τὸ ὄνομα Κυρίου, θανάτῳ θανατούσθω· λίθοις λιθοβολείτω αὐτὸν πᾶσα ἡ συναγωγὴ Ἰσραήλ· ἐάν τε προσήλυτος, ἐάν τε αὐτόχθων, ἐν τῷ ὀνομάσαι αὐτὸν τὸ ὄνομα Κυρίου, τελευτάτω. (“βγάλε τον βλάσφημον αυτόν έξω από την κατασκήνωσιν. Ολοι εκείνοι οι οποίοι ήκουσαν την βλασφημίαν του, θα θέσουν τας χείρας των επάνω εις την κεφαλήν αυτού και θα καταθέσουν την μαρτυρίαν των εναντίον του. Επειτα δε θα τον λιθοβολήσουν όλος ο λαός των Ισραηλιτών. Ομίλησε προς τους Ισραλίτας και είπε προς αυτούς· Οιοσδήποτε άνθρωπος θα βλασφημήση τον Θεόν θα λάβη ενοχήν και τιμωρίαν δια την αμαρτίαν. Εκείνος, δηλαδή, ο οποίος ασεβώς θα αναφέρη το όνομα του Θεού πρέπει να τιμωρήται δια θανάτου. Ολος ο λαός των Ισραηλιτών θα θανατώση δια λιθοβολισμού αυτόν. Είτε ξένος είναι είτε εντόπιος αυτός, που θα αναφέρη ασεβώς το όνομα του Κυρίου, θα τιμωρήται δια θανάτου.)

Λευιτικόν 24,14-16
Καὶ ἐποίησεν ὁ Θεὸς τὸν ἄνθρωπον, κατ᾿ εἰκόνα Θεοῦ ἐποίησεν αὐτόν, ἄρσεν καὶ θῆλυ ἐποίησεν αὐτούς. καὶ εὐλόγησεν αὐτοὺς ὁ Θεός, λέγων· αὐξάνεσθε καὶ πληθύνεσθε καὶ πληρώσατε τὴν γῆν καὶ κατακυριεύσατε αὐτῆς καὶ ἄρχετε τῶν ἰχθύων τῆς θαλάσσης καὶ τῶν πετεινῶν τοῦ οὐρανοῦ καὶ πάντων τῶν κτηνῶν καὶ πάσης τῆς γῆς καὶ πάντων τῶν ἑρπετῶν τῶν ἑρπόντων ἐπὶ τῆς γῆς. (Και πράγματι ο απειροτέλειος Θεός εδημιούργησε τον άνθρωπον, τον οποίον επροίκισε με ιδικά του χαρακτηριστικά γνωρίσματα, ώστε να είναι με αυτά εικών του Θεού. Εδημιούργησεν απ' αρχής άνδρα και γυναίκα. Και ευλόγησεν αυτούς ο Θεός λέγων· “αυξάνεσθε και πληθύνεσθε, γεμίσατε όλην την γην και γενήτε κύριοι αυτής· σας δίδω την δύναμιν να είσθε κύριοι και εξουσιασταί των ιχθύων της θαλάσσης και των πτηνών του ουρανού, όλων των κτηνών και όλης της γης και όλων όσα, ως ερπετά, σύρονται επάνω εις την επιφάνειαν της γης”.)

Γένεσις 1,27-28
Καὶ ἔπλασεν ὁ Θεὸς τὸν ἄνθρωπον, χοῦν ἀπὸ τῆς γῆς, καὶ ἐνεφύσησεν εἰς τὸ πρόσωπον αὐτοῦ πνοὴν ζωῆς, καὶ ἐγένετο ὁ ἄνθρωπος εἰς ψυχὴν ζῶσαν. (Ο Θεός έπλασε τον άνθρωπον με χώμα από την γην (χοϊκόν) και ενεφύσησεν στο πρόσωπον αυτού πνεύμα ζων, την αθάνατον ψυχήν· έτσι δε έγινεν ο άνθρωπος ζώσα υλικοπνευματική ύπαρξις.)

Γένεσις 2,7
/
1

Βλέπετε όλα τα αποτελέσματα