Περί...

Loading...
Αββάς Δωρόθεος
Βιογραφία
Κοινοποίηση
Είτε ευεργετηθούμε, είτε κακοπάθουμε, να έχουμε στραμμένη την προσοχή μας στον Θεό και να Τον ευχαριστούμε για όσα μας συμβαίνουν, προσπαθώντας πάντοτε να διατηρήσουμε την αυτομεμψία. Και να λέμε, όπως έλεγαν και οι Πατέρες, αν μας συμβεί κάτι καλό, «είναι οικονομία του Θεού» και αν μας συμβεί κάτι κακό, «προέρχεται από τις αμαρτίες μας».
Πριν πούμε ή κάνουμε κάτι, να εξετάζουμε τον εαυτόν μας, αν αυτό είναι σύμφωνο με το θέλημα του Θεού. Και έτσι, αφού προσευχηθούμε, να το πούμε ή να το κάνουμε. Και ας αποθέσουμε την αδυναμία μας στην Χάρη του Θεού και η αγαθότητά Του, θα μας συνοδεύει στο καθετί...
Οι εντολές του Θεού δόθηκαν για όλους τους Χριστιανούς και είναι υποχρεωμένοι να τις τηρήσουν. Φόροι, θα λέγαμε είναι, που τους οφείλουμε στον βασιλιά. Υπάρχουν όμως στον κόσμο μεγάλοι και λαμπροί άνθρωποι, που όχι μόνο φόρους δίνουν, αλλά του προσφέρουν και δώρα και αυτοί αξιώνονται μεγάλης τιμής.
Επειδή δουλεύουμε ακόμα στα πάθη, δεν πρέπει να εμπιστευόμαστε στο λογισμό και στα αισθήματά μας, γιατί στραβός οδηγός και τα καλά τα κάνει στραβά.
Αν χρειαστεί να επιτημήσεις κάποιον, να αναζητείς την κατάλληλη στιγμή. Να μην παρατηρείς με άκαμπτη αυστηρότητα τα μικρά σφάλματα, σαν να είσαι ο ίδιος τέλειος, ούτε συνέχεια να ελέγχεις. Γιατί αυτό είναι φορτικό πράγμα και από την συνήθεια του ελέγχου, φθάνει κανείς στην αναισθησία και την αδιαφορία. Μην δίνεις εντολές με τρόπο προστακτικό, αλλά με ταπείνωση, σαν να μελετάτε μαζί με τον αδελφό το θέμα. Γιατί ο λόγος που έχει αυτήν την βάση, γίνεται προτρεπτικός και όχι επιτακτικός και πείθει και αναπαύει περισσότερο τον πλησίον.
Τίποτα δεν ενώνει τόσο πολύ τους ανθρώπους, όπως το να χαίρονται για τα ίδια πράγματα και να έχουν κοινά φρονήματα.
Κανένας δεν μπορεί να πει: «Είμαι φτωχός και με τι να κάνω ελεημοσύνη;» Γιατί και αν ακόμα δεν μπορείς να δώσεις τόσα όσα εκείνοι οι πλούσιοι, που έβαζαν τις δωρεές τους στο θησαυροφυλάκιο του ναού, τότε δώσε δύο λεπτά σαν εκείνη τη χήρα τη φτωχή και τα δέχεται από μέρους σου ο Θεός καλύτερα από τις δωρεές των πλουσίων. Δεν έχεις ούτε τόσα; Έχεις όμως δυνάμεις και μπορείς να ελεήσεις τον άρρωστο με τις υπηρεσίες σου. Δεν μπορείς ούτε αυτό; Μπορείς με τον καλό σου λόγο να παρηγορήσεις τον αδελφό σου. Ελέησέ τον λοιπόν με τον παρηγορητικό λόγο και άκουσε αυτόν που λέει: ''O καλός λόγος είναι προτιμότερος από τα δώρα''. Υπόθεσε τώρα, ότι ούτε με το λόγο δεν μπορείς να δείξεις έλεος. Μπορείς όμως, αν θυμώσει μαζί σου ο αδελφός σου, να τον βοηθήσεις αντέχοντας τον την ώρα της ταραχής, τότε που τον βλέπεις να επηρεάζεται από τον κοινό σας εχθρό, το διάβολο. Και, αντί να του πεις μια κουβέντα και να τον ταράξεις περισσότερο, μπορείς να σωπάσεις και να ελεήσεις την ψυχή του, παίρνοντας την από τα νύχια του εχθρού. Μπορείς ακόμα, αν αμαρτήσει εις βάρος σου ο αδελφός σου, να τον ελεήσεις και να του συγχωρήσεις την αμαρτία του, για να συγχωρεθείς και εσύ από τον Θεό. Γιατί η Γραφή λέει: «Συγχωρείτε για να σας συγχωρήσει και σας ο Θεός». Και να που ελεείς την ψυχή του αδελφού σου, συγχωρώντας του, ό,τι σου έκανε. Γιατί ο Θεός μας έδωσε την εξουσία, αν θέλουμε, να συγχωρούμε ο ένας τα σφάλματα του άλλου. Μπορεί λοιπόν να μην έχεις με τι να ελεήσεις το σώμα του συνανθρώπου σου, αλλά ελεείς την ψυχή του. Και υπάρχει μεγαλύτερο έλεος από αυτό που προσφέρεται στην ψυχή του άλλου;
Ο ίδιος ο Κύριος είπε: ''Να γίνετε οικτίρμονες, όπως και ο Ουράνιος Πατέρας σας είναι οικτίρμων'' (Λουκ. 6,36). Δεν είπε: ''Νηστεύετε, όπως ο Ουράνιος Πατέρας σας νηστεύει'', ούτε πάλι είπε: ''Να μην έχετε περιουσία, όπως και ο Ουράνιος Πατέρας σας δεν έχει''. Αλλά τι λέει: ''Να γίνετε οικτίρμονες, όπως ο Ουράνιος Πατέρας σας είναι οικτίρμων''. Γιατί ιδιαίτερα μ' αυτήν την αρετή ο άνθρωπος μιμείται τον Θεό. Αυτή είναι ένα από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της αγάπης Του.
Όσο πιο πολύτιμη είναι η ψυχή από το σώμα, άλλο τόσο και το έλεος που προσφέρεται στην ψυχή είναι μεγαλύτερο από αυτό που δίνεται στο σώμα. Επομένως κανένας δεν μπορεί να πει: «δεν μπορώ να κάνω ελεημοσύνη». Ο καθένας μπορεί, ανάλογα με τις δυνατότητες και την κατάσταση στην οποία βρίσκεται.
Ποιό είναι όμως το ευάρεστο; Γιατί, βέβαια, δεν σημαίνει, ότι κάνοντας κανείς το αγαθό, οπωσδήποτε είναι και ευάρεστο στο Θεό. Και σας λέω ένα παράδειγμα. Τυχαίνει να βρει κάποιος μια ορφανή, φτωχή και όμορφη κοπέλα που του αρέσει, επειδή είναι όμορφη και την παίρνει και την ανατρέφει με το πρόσχημα, ότι ανατρέφει μια ορφανή. Δέστε και θέλημα Θεού είναι αυτό και αγαθό, δεν είναι όμως και ευάρεστο. Ευάρεστο είναι, όταν κάνει κανείς λ.χ. ελεημοσύνη, να μην την κάνει από κάποιο ανθρώπινο λογισμό, αλλά για το ίδιο το καλό, για την ίδια την συμπάθεια. Αυτό είναι το ευάρεστο στον Θεό. Το τέλειο επίσης είναι, όταν κάνει κανείς ελεημοσύνη, να μην την κάνει στενόκαρδα, ούτε με απροθυμία και καταφρόνηση, αλλά με όλη του την δύναμη με όλη του την προαίρεση, δίνοντας με τέτοιο τρόπο, σαν να παίρνει ο ίδιος, ευεργετώντας έτσι, σαν να δεχόταν ο ίδιος την ευεργεσία. Τότε το θέλημα του Θεού γίνεται τέλειο.
Έχεις δει κάποιον που να πλανιέται από ψευδοδιδασκαλίες και να χάνεται επειδή διάλεξε λάθος ασκητικούς αγώνες; Να ξέρεις ότι αυτός ακολούθησε την δική του γνώμη, το δικό του θέλημα και όχι τις διδαχές των Πατέρων.
Άκουσα για έναν αδελφό, ότι όταν επισκεπτόταν κάποιον άλλον αδελφό και έβλεπε το κελλί του ασυγύριστο, απεριποίητο, σκεπτόταν: ''Είναι μακάριος αυτός ο αδελφός, γιατί κατάφερε και ξεπέρασε την μέριμνα όλων των γήινων πραγμάτων και ανύψωσε έτσι όλο τον νου του στον Θεό, ώστε δεν διακόπτει την πνευματική του εργασία, ούτε για να τακτοποιήσει και αυτό ακόμα το κελλί του''. Πάλι αν πήγαινε σε άλλον και έβλεπε το κελλί του συγυρισμένο, καθαρό, τακτοποιημένο, σκεπτόταν: ''Όπως ακριβώς είναι η ψυχή του αδελφού καθαρή, το ίδιο καθαρό είναι και το κελλί του. Ανάλογα με την κατάσταση της ψυχής του, είναι και η κατάσταση του κελλιού του''. Και ποτέ δεν έλεγε: ''Είναι ανοικοκύρευτος ή είναι ματαιόδοξος''. Αλλά επειδή ο ίδιος βρισκόταν σε καλή πενυματική κατάσταση, τον ωφελούσαν και οι δύο.
Αυτός που βλάπτει μια ψυχή βοηθάει στο έργο των δαιμόνων, ενώ αυτός που ωφελεί μια ψυχή, συνεργάζεται με τους αγίους αγγέλους.
Οι Άγιοι παρεκκλίνουν από την αλήθεια όταν πρόκειται για την ωφέλεια της ψυχής, όπως ακριβώς χρησιμοποιεί κανείς και το φυτό ελλέβορο για να θεραπεύσει τις σωματικές ασθένειες. Πρέπει να κάνουμε χρήση του ψέματος σε ακραίες περιπτώσεις, όπως ακριβώς θα κάναμε και με τον ελλέβορο. Όταν δηλαδή πάρουμε ελλέβορο την ώρα που κινδυνεύουμε απο μια θανατηφόρα αρρώστια, γιατρευόμαστε. Αν όμως πάρουμε αυ΄τη την ουσία σε διαφορετική περίπτωση και όταν δεν διατρέχουμε κανέναν κίνδυνο, αυτή θα προκαλέσει ακαριαίο θάνατο. Οι Άγιοι άνθρωποι που ευαρέστησαν στον Θεό, μεταχειρίσθηκαν σωτήρια το ψέμα, τη στιγμή ακριβώς που κινδύνευσαν να πέσουν στην αμαρτία.. Γι' αυτό και όχι μόνο δεν κατακρίθηκαν, αλλά και δικαιώθηκαν. Σκεφθείτε τι θα είχε συμβεί, αν αυτοί δεν είχαν κάνει αυτή τη μικρή παρέκκλιη και προτιμούσαν να μείνουν άκαμπτοι στις αρχές τους. Τέτοια ήταν η περίπτωση της Ραάβ. Η Αγία Γραφή δεν αναφέρει οτι η Ραάβ διέθετε καμιά αρετή, παρά μόνο την αναισχυντία της (Ιησούς Ναυή 2, 1-6). Παρόλα αυτά, αντί να προδώσει τους κατασκόπους του Ιησού του Ναυή, τους έκρυψε λέγοντας ένα ψέμα. Γι' αυτό και μόνο, όμως αξιώθηκε να καταταγεί στο λαό του Θεού, κερδίζοντας μια αιώνια ευλογία.
Υπάρχουν 3 διαφορετικοί τρόποι, για να πει κάποιος ψέματα: Ο ένας είναι το να πει ψέματα με τον νου του, ο δεύτερος είναι το να πει ψέματα με τα λόγια και ο τρίτος το να πει ψέματα με ολόκληρη τη ζωή του. Ο ψευδόμενος με το νου του είναι εκείνος, που δέχεται υπόνοιες. Εάν αυτός δει κάποιον να ομιλεί με τον αδελφόν του, υποπτεύται και λέει, ότι για μένα ομιλούν. Και αν διακόψουν την ομιλία, πάλι υποπτεύεται, ότι για αυτόν διέκοψαν. Εάν πει κανείς λόγο, υποπτεύεται, ότι τον είπε για να τον θλίψει και γενικώς σε κάθε πράγμα υποπτεύεται έτσι τον πλησίον. Ο ψευδόμενος με τα λόγια είναι αυτός, που υποθετικά, οκνεύεται να σηκωθεί στην αγρυπνία και δεν λέεει, συγχωρεσέ με, πού όκνησα να σηκωθώ, αλλά λέει: "είχα πυρετό, είχα σκοτοδίνη, δεν μπόρεσα να σηκωθώ, είχα ατονία" και λέγει δέκα λόγους ψευδείς, για να μην βάλει μία μετάνοια και ταπεινωθεί. Ο ψευδόμενος με τον βίο του είναι αυτός που, ενώ είναι άσωτος, προσποιείται εγκράτεια, ή ενώ είναι πλεονέκτης ομιλεί περί ελεημοσύνης και επαινεί την συμπάθεια κ.τ.λ.
Κάθε αμαρτία γίνεται ή από φιληδονία ή από φιλαργυρία ή από φιλοδοξία. Ομοίως και το ψεύδος διά τούτα τα 3 πάθη γίνεται. Ψεύδεται κανείς ή για να μην κατηγορηθεί και ταπεινωθεί, ή για να ικανοποιήσει επιθυμία του, ή για να κερδίσει αγαθά.
Ας αποκτήσουμε και εμείς αγάπη, ας αποκτήσουμε ευσπλαγχνία για τον πλησίον. Και έτσι θα αποφεύγουμε να καταλαλούμε, να κατακρίνουμε, να εξουθενώνουμε τους άλλους. Ας βοηθήσουμε ο ένας τον άλλον σαν να είμαστε μέλη του ιδίου σώματος. Ποιός είναι εκείνος, που επειδή έχει μία πληγή στο χέρι του ή στο πόδι του ή σε κάποιο άλλο μέρος του σώματός του, συχαίνεται τον εαυτόν του ή κόβει το μέλος του και αν ακόμη σαπίσει και δεν προσπαθεί μάλλον να το καθαρίσει...; Καθένας ας υπηρετεί το σώμα ανάλογα με την δύναμή του. Και φροντίστε πάντοτε να βοηθάει ο ένας τον άλλο, είτε διδάσκοντας και βάζοντας το λόγο του Θεού στην καρδιά του αδελφού, είτε παρηγορώντας, όταν ο άλλος είναι λυπημένος, είτε δίνοντας ένα χέρι και βοηθώντας τον αδελφό. Φροντίστε να ενωθείτε μεταξύ σας. Γιατί όσο ενώνεται κανείς με τον πλησίον, τόσο περισσότερο ενώνεται με τον Θεό.
Είναι αξιέπαινο πράγμα, το να παραχωρεί κανείς διακονητής τη θέση του στον αδελφό του και να τον προτιμάει. Ωφελείται αυτός που την παραχώρη­σε, περισσότερο από τον άλλο. Εγώ δεν θυμάμαι να έκανα τίποτα καλό, αλλά αν πάντοτε με σκέπασε η Χάρη του Θεού, απ' αυτό ξέρω ότι με σκέπασε, δηλ. από το ότι ποτέ δεν προτίμησα τον εαυτό μου από τον αδελφό μου, αλλά πάντα έβαζα πρώτο τον αδελφό μου.
Όπως υπάρχουν δύο μορφές ταπεινώσεως, έτσι ακριβώς υπάρχουν και δύο μορφές υπερηφάνειας. Η πρώτη υπερηφάνεια είναι όταν εξουδενώνει κανείς τον αδελφό του, όταν τον εξευτελίζει σαν να μην είναι τίποτα και θεωρεί τον εαυτόν του ανώτερό του. Αν αυτός που θα πέσει σ' αυτήν την υπερηφάνεια, δεν φροντίσει γρήγορα, με την κατάλληλη προσοχή και επιμέλεια, να διορθωθεί, σιγά-σιγά φτάνει στην δεύτερη υπερηφάνεια, ώστε καταντάει να υπερηφανεύεται και απέναντι στον ίδιο τον Θεό και να πιστεύει πως ο,τιδήποτε κατορθώνει οφείλεται στις δυνάμεις του και όχι στον Θεό.
Υπάρχουν δύο ειδών ταπεινώσεις: Η πρώτη ταπείνωση είναι, το να θεωρεί κανείς τον αδερφό του πιό συνετό και σε όλα καλύτερο απ' αυτόν και τον εαυτόν χειρότερο από όλους. Η δεύτερη είναι, το να αποδίδει κανείς, κάθε επιτυχία του και κάθε κατόρθωμά του στη Χάρη του Θεού. Αυτή είναι η τέλεια ταπείνωση που είχαν οι Άγιοι.
Όπως ακριβώς τα δένδρα, όταν είναι φορτωμένα με πολύ καρπό, ο ίδιος ο καρπός λυγίζει τα κλαδιά και τα γέρνει προς τα κάτω, ενώ το κλαδί που δεν έχει καρπό υψώνεται προς τα πάνω και ανεβαίνει στητό έτσι είναι και η ψυχή. Όταν ταπεινώνεται, τότε καρποφορεί και όσο καρποφορεί τόσο ταπεινώνεται.
Περισσότερο από κάθε άλλο χρειαζόμαστε την ταπεινοφροσύνη, για να είμαστε έτοιμοι σε κάθε λόγο που ακούμε να λέμε, «συγχώρεσέ με». Γιατί με την ταπεινοφροσύνη, όλες οι παγίδες του εχθρού καταστρέφονται. Είναι μεγάλη η αρετή της ταπεινοφροσύνης, γιατί και με μόνη αυτή, οι Άγιοι μπήκαν στον Παράδεισο. Ας ταπεινωθούμε λίγο και εμείς και θα σωθούμε.
Τίποτα δεν είναι ισχυρότερο από την ταπεινοφροσύνη, τίποτα δεν την νικά. Και αν συμβεί στον ταπεινό άνθρωπο κάτι λυπηρό, αμέσως τα βάζει με τον εαυτόν του, αμέσως κατακρίνει τον εαυτόν του, δηλ. ότι του αξίζουν όσα του συμβαίνουν. Δεν ανέχεται να κατακρίνει κανέναν, δεν ανέχεται να φορτώσει σε άλλον την αιτία και έτσι το ξεπερνά χωρίς να ταραχθεί, χωρίς να θλιβεί και αναπαύεται τέλεια. Γι' αυτό ούτε οργίζεται, ούτε εξοργίζει κανέναν...
Και καθένας που παρακαλεί τον Θεό και λέει: ''Κύριε δώσε μου ταπείνωση'', πρέπει να ξέρει, ότι μ' αυτό που ζητά, είναι σαν να παρακαλά να στείλει κάποιον ο Θεός να τον βρίσει.
Όταν ο Θεός δημιούργησε τον άνθρωπο, έβαλε μέσα του ένα Θείο σπέρμα, σαν ένα είδος λογισμού πιο θερμού και φωτεινού, να έχει τη θέση της σπίθας, για να φωτίζει το νου και να του δείχνει να ξεχωρίζει το καλό από το κακό. Αυτό ονομά­ζεται συνείδηση, και είναι ο φυσικός νόμος. Μ' αυτόν το νόμο, δηλαδή με την συνείδηση, συμμορφώθηκαν οι Πατριάρχες και όλοι οι Άγιοι, που έζησαν πριν από το γραπτό νόμο και ευαρέστησαν στον Θεό. Επειδή όμως αυτή παραχώθηκε και καταπατήθηκε από τους ανθρώπους, με την προοδευτική εξάπλωση της αμαρτίας, χρειαστήκαμε το γραπτό νόμο, χρειαστήκαμε τους Αγίους Προφήτες, χρειαστήκαμε την ενανθρώπιση του ίδιου του Δεσπότη μας Ιησού Χριστού, για να την ξαναφέρει στο φως και να την αναστήσει, για να ξαναδώσει ζωή, με την τήρηση των Αγίων εντολών του Θεού, σε εκείνη την σπίθα, που ήταν παραχωμένη.
Όταν η συνείδησή μας, μας υπαγορεύει να κάνουμε κάτι και εμείς αδιαφορούμε, τότε εκείνη πάλι μας λέει να κάνουμε εκείνο. Αν όμως εμείς δεν το κάνουμε, αλλά σταθερά και αδιάκοπα την καταπατούμε, έτσι την θάβουμε και δεν μπορεί πια να φωνάξει δυνατά μέσα μας, από το βάρος που την σκεπάζει. Όπως ακριβώς το λυχνάρι που δίνει θαμπό φώς, έτσι και αυτή αρχίζει να μας δείχνει όλο πιο θολά, όλο πιο σκοτεινά τα πράγματα, όπως συμβαίνει και με το θολωμένο από τα πολλά χώματα νερό, που δεν μπορεί να δει κανείς (διεστραμμένη διάθεση) και αρχίζει να καταφρονεί και τα μεγάλα και βαρύτερα και να καταπατεί την ίδια την συνείδησή του. Και έτσι προχωρώντας σιγά-σιγά, κινδυνεύει να πέσει και σε τέλεια αναισθησία...
Η προσπάθειά μας για να φυλάξουμε την συνείδησή μας άγρυπνη και να συμμορφωνόμαστε με τις υποδείξεις της, παίρνει πολλές και ποικίλες μορφές, Γιατί πρέπει να ενεργεί κανείς «κατά συνείδηση» και προς τον Θεό και προς τον πλησίον και προς τα πράγματα. Προς μεν τον Θεό, για να μην καταφρονεί τις εντολές Του και όταν δεν τον βλέπει άνθρωπος και όταν κανείς δεν απαιτεί τίποτα απ' αυτόν. Αυτός ενεργεί «κατά συνείδηση» απέναντι του Θεού μυστικά. Να, τί θέλω να πω: Αμέλησε την προσευχή, ανέβηκε στην καρδιά του «εμπαθής λογισμός» και δεν πρόσεξε και δεν πίεσε τον εαυτόν του, αλλά συγκατατέθηκε. Είδε τον πλησίον του να λέει τι να κάνει κάτι και κατά τη φαντασία του τον υποψιάστηκε και τον κατάκρινε. Και με λίγα λόγια, σε όσα γίνονται εσωτερικά, μυστικά, που κανένας δεν ξέρει, παρά μόνον ο Θεός και η συνείδησή μας, σ' αυτά πρέπει να συμμορφωνόμαστε με τη φωνή της συνειδήσεως. Αυτό σημαίνει το να τηρούμε την συνείδησή μας προς το Θεό. Η τήρηση της συνειδήσεως προς τον πλησίον είναι, να μην κάνει κανείς τίποτα απολύτως που καταλαβαίνει όταν θλίβει ή πληγώνει τον πλησίον του, είτε με έργο, είτε με λόγο, είτε με κάποια κίνηση είτε μ' ένα βλέμμα, γιατί μπορεί κανείς και με μια κίνηση, όπως πολλές φάρες λέω, να πληγώσει τον πλησίον, μπορεί και μ' ένα βλέμμα. Και με λίγα λόγια, ο άνθρωπος μολύνει τη συνείδησή του με όσα καταλαβαίνει, ότι κάνει επίτηδες για να προκαλέσει λογισμό στον πλησίον, επειδή ξέρει, ότι το κάνει επίτηδες για να τον βλάψει ή να τον στενοχωρήσει. Το να φυλάξει λοιπόν τη συνείδηση και να μην κάνει κάτι τέτοιο, είναι αυτό που λεμέ, «να ενεργεί κατά συνείδηση» προς τον πλησίον. Να ενεργεί κανείς «κατά συνείδηση» προς τα υλικά πράγματα σημαίνει να μην κάνει κατάχρηση κανενός πράγματος, να μην αφήνει κάτι να καταστραφεί ή να πεταχτεί. Αλλά και αν ακόμα δει κάτι πεταμένο, να μην το αγνοήσει έστω και αν είναι ασήμαντο, αλλά να το μαζέψει και να το βάλει στη θέση του. Να μην χρησιμοποιεί απρόσεκτα τα ρούχα του. Γιατί, ας υποθέσουμε ότι μπορεί να φορέσει κανείς το ρούχο του άλλη μια ή δύο εβδομάδες και πηγαίνει και το βάζει και το πλένει, πριν της ώρας του, και το φθείρε. Και αντί να το χρησιμοποιήσει άλλους πέντε μήνες ή και περισσότερο, με το πλύνε-πλύνε το παλιώνει και το αχρηστεύει. Και αυτό γίνεται «παρά συνείδηση». Παρόμοια και με τα φαγητά. Μπορεί κανείς να βολευτεί με μικρό λάχανο ή λίγα όσπρια ή λίγες ελιές και δεν το σηκώνει, αλλά ζητάει άλλο φαγητό πιο γευστικό και πιο πολυτελές. Όλα αυτά είναι «παρά συνείδηση».
Αν κάποτε συμβεί και δει κανείς τον αδελφό του ν' αμαρτάνει, ούτε να τον αποστραφεί και να σιωπήσει και να τον αφήσει να καταστραφεί, ούτε πάλι να τον βρίσει και να τον καταληλήσει, αλλά με συμπάθεια και φόβο Θεού ν' αναφέρει το γεγονός σε κάποιον που είναι σε θέση να τον διορθώσει, ή να του μιλήσει ο ίδιος με αγάπη και ταπείνωση λέγοντας: ''Συγχώρε­σε με, αδελφέ μου, γιατί σαν άνθρωπος που δεν έχω μάθει να βλέπω τα χάλια μου, παρατηρώ, ότι ίσως δεν κάνουμε καλά αυτό εδώ το πράγμα''. Και αν δεν τον ακούσει, ας το πει σε άλλον, σ' όποιον η συνείδησή του τον πληροφορεί ότι είναι ευλαβής, με σκοπό να διορθώσει τον αδελφό του και όχι για φλυαρία ή για καταλαλιά ή για εξουδενωσή του, χωρίς να θέλει να τον διαπομπεύσει, χωρίς να τον κατακρίνει, χωρίς να προφασίζεται, ότι δήθεν θέλει να τον διορθώσει, έχοντας μέσα του κάποια κακή πρόθεση από όσες ανέφερα.
Μετά την πτώση, έδωσε ο Θεός την αφορμή στον Αδάμ να μετανοήσει και να ελεηθεί, όμως ο Αδάμ παρέμεινε στην υπερηφάνειά του (αμετανοησία του). Γιατί του είπε ο Θεός: ''Αδάμ που είσαι;'', αντί να του πει: ''Από ποιά δόξα ξέπεσες και σε ποιά χάλια κατάντησες;''. Και μετά τον ρωτάει: ''Γιατί αμάρτησες, γιατί παρέβηκες την εντολή;'', δίνοντάς του την ευκαιρία, μόνο και μόνο να πει: ''Συγχώρησέ με!'' Και αντί να πει αυτό, απαντάει ο Αδάμ: ''Η γυναίκα που μου έδωσες'' και δεν λέει: ''Η γυναίκα μου, με ξεγέλασε'', σαν να ήθελε να πει: ''Η συμφορά που μου φόρτωσες στο κεφάλι μου''. Όταν δεν συνηθίζει ο άνθρωπος να κατηγορεί τον εαυτόν του, δεν αργεί να θεωρήσει αίτιο του κακού και τον ίδιο τον Θεό. Μετά ο Θεός πηγαίνει στην Έυα και της λέει: ''Γιατί δεν τήρησες την εντολή;''. Σαν να ήθελε να της πει: ''Πες τουλάχιστον εσύ, <<συγχώρησέ με>>, για να ταπεινωθεί η ψυχή σου και να βρει έλεος''. Και η Έυα, αντί να ζητήσει συγχώρηση, απαντάει λέγοντας: ''Το φίδι με εξαπάτησε'', σαν να ήθελε να πει: ''Αν αμάρτησε αυτός, εγώ τί φταίω;''. Τί κάνετε ταλαίπωροι; Βάλτε μια μετάνοια, αναγνωρίστε το λάθος σας, λυπηθείτε για την γύμνιά σας. Όμως κανένας τους δεν αξιώθηκε να κατηγορήσει τον εαυτόν του, κανένας τους δεν βρέθηκε να έχει λίγη ταπείνωση.
Πρέπει να προσεύχεται κανείς στον Κύριο, επειδή χωρίς την βοήθεια του Θεού, ο άνθρωπος ούτε αρετή μπορεί να αποκτήσει, ούτε κανένα άλλο καλό να κάνει, έστω και αν το επιδιώκει. Γιατί χρειάζεται οπωσδήποτε και η δική μας προσπάθεια και η βοήθεια του Θεού. Έχει ανάγκη λοιπόν ο άνθρωπος να προσεύχεται για καθετί και να παρακαλεί τον Θεό να τον βοηθήσει και να συνεργήσει με την Χάρη Του σε καθετί.
Μάθετε και εσείς να υπομένετε ο ένας τα βάρη του άλλου (Προς Γαλάτας 6,2),μάθετε να έχετε σεβασμό μεταξύ σας. Και αν ακόμα ακούσει κανένας σας από κάποιον ένα λόγο, που δεν τον ευχα­ριστεί, ή αν πάθει κάτι παρά την θέλησή του, να μην το πάρει αμέσως κατάκαρδα, να μην ερεθιστεί και σε καιρό που προσφέ­ρεται για αγώνα και ωφέλεια, βρεθεί να έχει την καρδιά του χαλαρωμένη, ασυλλόγιστη, αδύναμη, ανίκανη να δεχτεί οποια­δήποτε προσβολή, όπως ακριβώς το πεπόνι, που και μικρό πετραδάκι να το εγγίσει, αμέσως τραυματίζεται και σαπίζει. Αλλά να έχετε καλύτερα σταθερή καρδιά, να έχετε μακροθυμία, για να νικάει η μεταξύ σας αγάπη όλα όσα συμβαίνουν.
Εμείς, όχι μόνο δεν προκόβουμε, αλλά και πάντοτε είμαστε γεμάτοι θλίψη. Και αυτό μας συμβαίνει, επειδή δεν παρακολουθούμε άγρυπνα την καρδιά μας. Πραγματικά, αν θελαμε λίγο να αγωνιστούμε, δεν θα στενοχωριόμαστε και δεν θα κουραζόμαστε για πολύ. Γιατί και αν ακόμα στην αρχή βιάζει κανείς τον εαυτόν του, όμως με τον αγώνα σιγά - σιγά προοδεύει και στη συνέχεια τα κάνει όλα ξεκούραστα, γιατί ο Θεός βλέπει, ότι πιέζει τον εαυτόν του και τον βοηθάει.
/
4

Βλέπετε 1 - 33 από τα 110 αποτελέσματα