Περί...

Loading...
Περί Χαρμολύπης
Κοινοποίηση
Το κατά Θεόν πένθος είναι η σκυθρωπότης της ψυχής, η διάθεση της πονεμένης καρδιάς, που φλογίζεται από Θεϊκή αγάπη. Πένθος σημαίνει μονιμοποιημένη κατάσταση οδύνης στην ψυχή που μετανοεί.
Δεν θα καταδικαστούμε ποτέ, γιατί δεν κάναμε θαύματα, αλλά οφείλουμε να δώσουμε λόγο γιατί δεν κλαίγαμε ακατάπαυστα για τις αμαρτίες μας.
Χαρακτηριστικό εκείνων που προόδευσαν στο μακάριο πένθος είναι η εγκράτεια και η σιωπή των χειλέων. Εκείνων που προόδευσαν περισσότερο, είναι η αοργησία και η αμνησικακία. Και εκείνων που έφτασαν στην τελειότητα, είναι η ταπεινοφροσύνη, η δίψα της ατιμίας, η εκούσια πείνα των θλίψεων, το ότι δεν κατακρίνουν τους αμαρτάνοντες και το ότι αισθάνονται υπερβολικά συμπάθεια προς αυτούς. Ευπρόσδεκτοι ενώπιον του Θεού οι πρώτοι, αξιέπαινοι οι δεύτεροι, μακάριοι οι τρίτοι.
Όποιος περνά την ζωή του συνεχώς με το κατά Θεόν πένθος, δεν παύει από του να εορτάζει καθημερινά. Εκείνος όμως, που συνεχώς πανηγυρίζει υλικά και σωματικά, τον περιμένει το αιώνιο πένθος.
Το πένθος εύκολα χάνεται από τους θορύβους και τις μέριμνες του σώματος, την καλοπέραση, την πολυλογία, την αστειολογία και διαλύεται, όπως το κερί από την φωτιά. Τίποτε δεν ταιριάζει τόσο με την ταπεινοφροσύνη, όσο το πένθος, και τίποτε πάντως δεν είναι τόσο πολύ αντίθετό της, όσο το γέλιο.
Εκείνος που άλλοτε επιδίδεται στο πένθος και άλλοτε στην τρυφή και στα γέλια, ομοιάζει μ' εκείνον πού διώχνει τον «κύνα» (σκύλο) της φιληδονίας, πετροβολώντας τον με ψωμί. Έτσι εξωτερικά φαίνεται ότι τον διώχνει, ενώ στην πραγματικότητα, τον προσκαλεί κοντά του.
Όπως αυτός που έλαβε την καταδικαστική απόφαση και οδηγείται προς την εκτέλεση, δεν ομιλεί για τα θέατρα, έτσι και εκείνος που πενθεί ειλικρινά, δεν θα αναπαύσει ποτέ την κοιλιά του.
Ο Θεός δεν έχει ανάγκη από δάκρυα, ούτε επιθυμεί να πενθεί ο άνθρωπος από την οδύνη της καρδιάς του, αλλά μάλλον να Τον βλέπει, να αγάλλεται και να ευθυμεί εσωτερικά, από την αγάπη του προς Αυτόν.
Οσονδήποτε υψηλή και αν είναι η ασκητική μας ζωή, εάν δεν υπάρχει πόνος στην καρδιά μας, αποβαίνει νοθευμένη και ανωφελής.
Αρχή του πένθους είναι η αυτογνωσία. Το πένθος μας, ας μην είναι ανθρώπινο, ούτε ''προς το θεαθήναι τοις ανθρώποις'' (Ματθ. 23,5), αλλά όπως το θέλει ο Θεός, που γνωρίζει τα απόκρυφα της καρδιάς μας, για να μακαριστούμε απ' Αυτόν. Ας έχουμε λοιπόν χαρούμενο το πρόσωπο, όταν συναντάμε άλλους ανθρώπους, ως προς το φρόνημα όμως ας κλαίμε και ας πενθούμε. Γιατί το πένθος είναι προϋπόθεση, αλλά και εξασφάλιση της πνευματικής εργασίας. Το πένθος ξεπλένει την ψυχή με τα δάκρυα και την αποκαθιστά καθαρή. Το πένθος γεννάει τη σωφροσύνη, ξεριζώνει τις ηδονές, κατορθώνει τις αρετές. Και τι περισσότερο να πω; Το πένθος από το Θεό μακαρίζεται (Ματθ. 5,4. Λουκ. 6,21) και από τους αγγέλους επαινείται.
Όπου υπάρχει αίσθηση πνευματικής φτώχειας, εκεί υπάρχει και το χαρμόσυνο πένθος, εκεί και τα αδιάκοπα χυνόμενα δάκρυα, που καθαρίζουν την ψυχή που τ' αγαπά και την καθιστούν τελείως φωτεινότατη.
Κανείς να μην μας εξαπατά με κούφια λόγια και ούτε οι ίδιοι να ξεγελούμε τον εαυτόν μας: πριν αποκτήσουμε το χάρισμα του πένθους και των δακρύων, δεν υπάρχει μέσα μας μετάνοια, ούτε αληθινή μεταμέλεια, ούτε φόβος Θεού στην καρδιά μας, ούτε καταδικάσαμε τον εαυτόν μας, ούτε αισθάνθηκε η ψυχή μας τη Μέλλουσα Κρίση και τον αιώνιο βασανισμό. Γιατί αν καταδικάζαμε τον εαυτό μας και τ' αποκτούσαμε αυτά και ζούσαμε μέσα τους, αμέσως θα μας έρχονταν και δάκρυα. Χωρίς τα δάκρυα όμως, ούτε η σκληρότητα της καρδιάς μας μπορεί ποτέ να μαλακώσει, ούτε η ψυχή μας θα αποκτήσει πνευματική ταπείνωση, ούτε θα καταφέρουμε να γίνουμε ταπεινοί. Και εκείνος που δεν έγινε ταπεινός, δεν μπορεί να ενωθεί με το Πνεύμα το Άγιο.
Εκείνος που θα κόψει τα πάθη, με κλάματα και δάκρυα μπορεί να τα κόψει. Και εκείνος που θέλει να αποκτήσει αρετές, με κλάμα μπορεί να τις αποκτήσει. Είναι φανερό πως εκείνος, που δεν κλαίει κάθε μέρα, ούτε πάθη μπορεί να κόψει, ούτε αρετές να κατορθώσει.
Η κατά Θεό λύπη, προξενεί σωτηρία και επειδή τρέφει την ψυχή με την ελπίδα της μετανοίας, είναι ανακατεμένη με χαρά (χαρμολύπη).
Τα έργα εκείνων που αληθινά πενθούν είναι: το να απομακρύνουν το νου και τις αισθήσεις τους, από τα γύρω φαινόμενα. Το να μην κρίνουν τον πλησίον, γιατί εκείνος που ασχολείται μόνο με τις δικές του αμαρτίες, αποφεύγει να κρίνει το πλάσμα του Θεού. Το να μην εκδικούνται αυτόν που τους κάνει κακό. Το να μη λυπούνται, για όσα έγιναν από το συγκάτοικό τους, χωρίς τη δική τους γνώμη. Το να μην κάνουν το θέλημά τους. Το να μη λένε για οποιονδήποτε, ότι είναι καλός ή κακός, γιατί το θεωρούν ντροπή τους, να μάθουν πως υπάρχει κάποιος αισχρότερος απ' αυτούς. Το να μη θέλουν να γνωρίζουν πράγματα, που δεν τους ενδιαφέρουν. Το να μην αντιδρούν, όταν τους χλευάζουν. Το να μη λυπούνται, όταν τους αδικούν. Το να μην ταράζονται, όταν συκοφαντούνται για πράγμα που δεν γνωρίζουν, αλλά να λένε αμέσως το "συγχώρησαν". Το να μην αποδέχονται τους επαίνους. Το να μη συγχύζονται, όταν βρίζονται. Το να μην κυνηγούν τη φιλία των ισχυρών του κόσμου. Το να μη θέλουν να επιβάλλουν τη γνώμη τους, ακόμα και όταν έχουν δίκιο, ούτε να φιλονικήσουν για ο,τιδήποτε. Αυτά και όσα σχετίζονται μ' αυτά, αν υπάρχουν σ' έναν άνθρωπο, φανερώνουν ότι έχει το αληθινό πένθος, ότι με τα νοερά του μάτια γνώρισε τον εαυτό του και την αδυναμία του, ότι κατάλαβε ποιό είναι το θέλημα του Θεού και ότι συνειδητοποίησε πως δεν μπορεί ν' αρέσει στο Θεό όπως ο ίδιος νομίζει. Γι' αυτό και αρκείται στη δική του λύπη, κλαίει για τον εαυτό του και δεν ασχολείται με το πλάσμα του Θεού, που μέλλει Εκείνος να κρίνει. Έτσι διατηρεί ακέραιη την (πνευματική) οικοδομή, που έχτισε μέσα του το πένθος. Δεν μπορεί λοιπόν ο άνθρωπος να είναι αμέριμνος ούτε να εμπιστευθεί τον εαυτό του, πριν βρεθεί μπροστά στο κριτήριο, να ακούσει και να μάθει την απόφαση, που θα τοποθετηθεί (η ψυχή του). Γι' αυτό όσο βρίσκεται εν ζωή, οφείλει να κοπιάζει ακατάπαυστα.
Το χαροποιό πένθος είναι η χαρά που προέρχεται από την λύπη για ένα σφάλμα μας. Στο χαροποιό πένθος υπάρχει και πόνος και χαρά, γι' αυτό λέγεται και χαρμολύπη. Λυπάται ο άνθρωπος από φιλότιμο που λύπησε τον Χριστό, χαίρεται όμως, γιατί νιώθει Θεία παρηγοριά. Ο αμαρτωλός, όταν μετανοήσει ειλικρινά, συγχωρείται από τον Θεό, αισθάνεται μέσα του Θεία παρηγοριά και μπορεί να φθάσει σε πνευματική αγαλλίαση.
Κανένας δεν γνωρίζει την βοήθεια που έρχεται από το κλάμα, παρά μονάχα εκείνοι, που παραδώσανε τις ψυχές τους σε αυτό το έργο.
Η λύπη που αισθανόμαστε για τα ολισθήματά μας, υπολογίζεται από την Χάρη ως καθαρή εργασία μας.
Όποιος συναισθάνεται την αμαρτωλότητά του, είναι ανώτερος εκείνου που ανασταίνει με την προσευχή του νεκρούς! Όποιος στενάζει μιά ώρα για την ψυχή του, είναι ανώτερος εκείνου που ωφελεί όλο τον κόσμο με την διδασκαλία του! Όποιος ακολουθεί πίσω από τον Χριστό πενθώντας, είναι ανώτερος αυτού πού επαινείται στην Εκκλησία από τον λαό!
Η κατά Θεόν λύπη εκτοπίζει την ηδονή. Η εκτόπιση της ηδονής είναι ανάσταση της ψυχής. Η κατά Θεόν λύπη καθαρίζει την καρδιά. Αυτήν τη γεννά ο φόβος της κολάσεως. Η κατά Θεόν λύπη καθαρίζει την καρδιά και απομακρύνει απ' αυτήν, τους μολυσμούς των ηδονών.
Είναι προτιμότερο να ανταλλάξουμε την πρόσκαιρη κατάνυξη (και καλοπέραση) της επίγειας ζωής, με οδυρμό και κλάμα (για τις αμαρτίες μας), για να κερδίσουμε τα αιώνια αγαθά και την ατελείωτη ηδονή, παρά να περάσουμε σε τούτη την πρόσκαιρη ζωή γελώντας (και καλοπερνώντας), για να απέλθουμε στην άλλη ζωή, όπου θα κολαστούμε αιώνια...
Ποιός λυπήθηκε πραγματικά για τις αμαρτίες του; Εγώ νομίζω κανείς... Και ενώ οι άνθρωποι κλαίνε πολλές μέρες που έχασαν χρήματα ή πέθανε ο υπηρέτης τους, όταν όμως κάθε μέρα χάνουμε την ψυχή μας (με τις αμαρτίες μας), ούτε που το σκεφτόμαστε καθόλου... Πώς θα εξευμενίσεις τον Κύριο, όταν δεν αναγνωρίζεις, ότι αμάρτησες; Παραδέξου ότι αμάρτησες, αναστέναξε γι' αυτό, για να είσαι πάντα χαρούμενος. Εάν δηλ. υποφέραμε ψυχικώς για τις αμαρτίες μας και αναστενάζαμε για τα σφάλματά μας, τίποτε άλλο δεν θα μας προξενούσε λύπη, διότι ο πόνος αυτός θα έβγαζε από την ψυχή μας κάθε πίκρα.
Όποιος πενθεί για τα αμαρτήματά του, χαίρεται. Είναι λοιπόν δυνατόν, να πενθούμε για τα αμαρτήματά μας και να χαιρόμαστε για τον Χριστό.
Αμάρτησες; Να πενθήσεις και σβήνει η αμαρτία. Είναι τόσο κουραστικό αυτό; Δεν σου ζητάω τίποτε άλλο, παρά μόνο, να λυπηθείς για την αμαρτία.
Θα έπρεπε να κλαίμε όταν αμαρτάνουμε, για να μην κλαίμε όταν θα κολαζόμαστε. Αν όμως δεν θέλουμε εδώ να κλάψουμε για τις αμαρτίες μας, είναι σίγουρο, ότι θα θρηνούμε και θα κλαίμε εκεί. Και εκεί μεν τα δάκρυα θα είναι ανώφελα, ενώ εδώ αποδίδουν μεγάλο κέρδος.
Είναι καλό να κλαίμε για τα αμαρτήματά μας και μάλιστα τη νύχτα. Αλλά με μέτρο το πένθος διότι: α) υπάρχει επάνοδος με την μετάνοια και την συγχώρεση και β) η περισσή λύπη προκαλεί βλάβη.
Μόνο η λύπη για τις αμαρτίες είναι ωφέλιμη. Όποιος λυπάται επειδή έχασε χρήματα, δεν τα ξαναβρίσκει. Όποιος λυπάται για τον δικό του άνθρωπο που πέθανε, δεν του ξαναδίνει τη ζωή. Όποιος λυπάται για αρρώστια που έχει, όχι μόνο δεν την γιατρεύει, αλλά και την κάνει χειρότερη. Όποιος λυπάται όμως για αμαρτίες, αυτός μόνο καταφέρνει κάτι σπουδαιότερο από την λύπη. Εξαφανίζει τις αμαρτίες...
Ίσως μερικοί από σας να λένε με δυσφορία: «Όλο για δάκρυα και θρήνους μας μιλάει αυτός εδώ, όλα μαύρα και άραχνα τα βλέπει». Δεν θα το ήθελα, πιστέψτε με, δεν θα το ήθελα... Μόνο χαρά και ευφροσύνη θα ποθούσα να νιώθω, μόνο επαίνους και εγκώμια να αναφέρω. Μα δεν είναι καιρός για τέτοια! Τι και αν δεν κλαίω, αφού τα έργα μας είναι για κλάματα; Τι και αν δεν θρηνώ, αφού τα έργα μας είναι αξιοθρήνητα; Σας ενοχλεί η θρηνολογία μου; Αλλά γιατί δεν σας ενοχλούν οι αμαρτίες σας; Είναι αποκρουστικός ο οδυρμός μου; Αλλά μήπως δεν είναι και περισσότερο μάλιστα, ο αντίθετος βίος σας; (Φοβάμαι) Μην πέσετε στην κόλαση, και δεν πενθώ. Μην πεθάνετε ψυχικά και δεν κλαίω. Βλέποντάς σας, όμως, να χάνεστε, πώς να μην λυπάμαι; Πατέρας σας είμαι, πατέρας πνευματικός και φιλόστοργος.
Όπως οι ρίζες των δέντρων είναι μεν πικρές, ωστόσο όμως δίνουν σε εμάς γλυκύτατους καρπούς, έτσι ακριβώς και η κατά Θεόν λύπη, μας δίνει πολλή ευχαρίστηση και χαρά.
Αν όλος ο κόσμος αποκτούσε φωνή και οι πέτρες και τα ξύλα και τα δέντρα και τα θηρία και τα πτηνά και τα ψάρια και γενικά όλη η φύση αποκτούσε φωνή για να θρηνήσει εμάς, που έχουμε εκπέσει από τα αγαθά εκείνα, δεν θα μπορούσε επάξια να μας πενθήσει και να μας κλάψει.
Το αδοκίμαστο χρυσάφι το καθαρίζει το χωνευτήρι και την μολυσμένη καρδιά η κατά Θεόν λύπη.
Αυτός που έχυσε θερμά δάκρυα για την αμαρτία του πλησίον, θεράπευσε τον εαυτόν του μέσω αυτών των δακρύων, που θρήνησε τον αδελφό του.
/
2

Βλέπετε 1 - 33 από τα 55 αποτελέσματα